πνεύμονες

πνεύμονες
Το όργανο στο οποίο εκτελείται η ανταλλαγή αερίων μεταξύ ατμοσφαιρικού αέρα και αίματος. Στον άνθρωπο υπάρχουν δύο π., δεξιός και αριστερός, και καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος τη θωρακικής κοιλότητας. Ο κάθε ένας έχει χονδρικά σχήμα πυραμίδας και καλύπτεται από τον υπεζωκότα. Στην εσωτερική του επιφάνεια παρουσιάζει μια περιοχή, που ονομάζεται πύλη του πνεύμονα, μέσω της οποίας εισέρχονται στο όργανο τα αγγεία και οι βρόγχοι. Η βασική δομή του π. αποτελείται από το αγγειακό δίκτυο της μικρής κυκλοφορίας που συνοδεύει τις διακλαδώσεις του βρογχικού δέντρου, τα τελικά τμήματα του οποίου παρουσιάζουν ειδικούς σχηματισμούς, τις κυψελίδες, κατάλληλους για τις αναπνευστικές ανταλλαγές. Βρόγχοι και αγγεία τυλίγονται από έναν ιστό, ιδιαίτερα πλούσιο σε ελαστικές ίνες, στον οποίο οφείλεται η συσταλτικότητα του πνευμονικού παρεγχύματος, ιδιότητα απαραίτητη για την αναπνευστική λειτουργία. Όταν οι μικρότερες διακλαδώσεις των βρόγχων (τελικά βρογχιόλια) διαιρούνται χάνοντας τη χαρακτηριστική ινοχόνδρινη δομή τους, αρχίζουν να εμφανίζουν κατά μήκος των τοιχωμάτων τους σακκοειδείς διευρύνσεις, τις πρώτες κυψελίδες· ο τύπος αυτός βρογχιολίων (αναπνευστικά βρογχιόλια) διαιρείται ακόμα 2-4 φορές, ώσπου σχηματίζονται κυψελωτοί σωληνίσκοι, που μοιάζουν με τσαμπιά κυψελίδων. Μεταξύ των κυψελίδων, που έχουν πολύ λεπτά τοιχώματα, περνούν τα πνευμονικά τριχοειδή αγγεία. Το σύνολο των κυψελίδων ενός τελικού βρογχιολίου αποτελεί ένα μικρό πνευμονικό λοβίο· εκατοντάδες λοβίων σχηματίζουν ένα λοβό που αντιστοιχεί σ’ ένα κύριο βρόγχο· ο δεξιός π. αποτελείται από τρεις λοβούς, ο αριστερός από δύο. Οι δύο π. περιλαμβάνουν μερικές εκατοντάδες εκατομμυρίων κυψελίδων, η ολική επιφάνεια των οποίων ισούται με 60-100 m2· μέσω της επιφάνειας αυτής γίνονται οι ανταλλαγές των αερίων. Ο π. εκτελεί τη θεμελιώδη αναπνευστική λειτουργία, αλλά φαίνεται ότι παρεμβαίνει και στο μεταβολισμό των λιπών. Εκτός απ’ αυτά, έχει αντιτοξικές ιδιότητες και συνεργάζεται στην απομάκρυνση ξένων πτητικών ουσιών. Οι χειρουργικές επεμβάσεις στους π. αποτελούν μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της χειρουργικής κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι δυνατή η αφαίρεση ενός μόνο τμήματος του π. (τμηματεκτομή), ενός λοβού (λοβεκτομή) και ενός ολόκληρου πνεύμονα (πνευμονεκτομή). Πριν από κάθε πνευμονική εκτομή μελετάται προσεκτικά η γενική κατάσταση του ασθενούς, η ακεραιότητα και οι λειτουργικές ικανότητες του άλλου πνεύμονα· η αφαίρεση ενός ολόκληρου πνεύμονα γίνεται καλώς ανεκτή και συμβατή με ενεργή ζωή.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • πνεύμονες — πνεύμων the lungs masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

  • πνευμονικός — ή, ό / πνευμονικός, ή, όν ΝΜΑ [πνεύμων, ονος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους πνεύμονες και αφορά ανατομικό σχηματισμό, λειτουργία ή νόσο (α. «πνευμονική φυματίωση» β. «πλήρωσις τοῡ τόπου τοῡ πνευμονικοῡ», Αριστοτ.) νεοελλ. φρ. α)… …   Dictionary of Greek

  • θώρακας — Κοιλότητα του σώματος που ορίζεται εξωτερικά από τη βάση του τραχήλου προς τα πάνω και από το πλευρικό τόξο προς τα κάτω. Το σχήμα του θ., αν και είναι κυλινδρικό σε γενικές γραμμές, παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία από άτομο σε άτομο, ανάλογα με τον… …   Dictionary of Greek

  • αναπνοή — Γενική βιολογική διαδικασία με την οποία οι ζώντες οργανισμοί παίρνουν από το περιβάλλον οξυγόνο και αποδίδουν διοξείδιο του άνθρακα. Το οξυγόνο είναι απαραίτητο στις οξειδωτικές εξεργασίες που βρίσκονται στη βάση όλων των εκδηλώσεων της ζωής,… …   Dictionary of Greek

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • οξύ — Χημική ένωση, η οποία όταν βρεθεί σε υδατικό διάλυμα υφίσταται διάσταση σχηματίζοντας κατιόντα υδρογόνου (H+), με πυκνότητα ευθέως ανάλογη προς την ισχύ του ο. Τα κατιόντα υδρογόνου είναι άτομα υδρογόνου με μορφή ιόντων, έχουν δηλαδή θετικό… …   Dictionary of Greek

  • παραγονιμίαση — (Ιατρ.). Ελμινθίαση που προσβάλλει τα σαρκοβόρα ζώα, τους χοίρους και τον άνθρωπο, κυρίως στους πνεύμονες. Η μόλυνση αυτή, που απαντάται στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ιαπωνία, οφείλεται στον τρηματώδη σκώληκα paragonimus ringeri, ο οποίος… …   Dictionary of Greek

  • ερπετά — (reptila). Μεγάλη ομοταξία σπονδυλοζώων που έχουν κοινούς σημαντικούς ανατομικούς χαρακτήρες, αλλά παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία ως προς τη μορφή, τις διαστάσεις και το περιβάλλον διαβίωσης (ε. αποκλειστικά χερσαία ή τυπικά υδρόβια ή αμφίβια).… …   Dictionary of Greek

  • αιμόπτυση — Η αποβολή από το στόμα αίματος που προέρχεται από το βρογχικό δένδρο και τους πνεύμονες. Παρότι συχνά αποτελεί εκδήλωση φυματικής πνευμονικής βλάβης, μπορεί να εμφανίζεται συχνά σε ορισμένες καρδιοπάθειες, σε βρογχεκτασίες, σε πνευμονικό έμφραγμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”